θερμάστρα
•
- η συσκευή που ακτινοβολεί θερμότητα και χρησιμοποιείται στη θέρμανση ενός χώρου Βικιλεξικό
- ηλεκτρική θερμάστρα
- θερμάστρα υγραερίου
- ιδιωματικόη λεκάνη εξάτμισης όπου με την ηλιακή ακτινοβολία συμπυκνώνεται το αλάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θερμάστρα < ελληνιστική κοινή θερμάστρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμάστρα | θερμάστρες |
| Γενική | θερμάστρας | θερμαστρών |
| Αιτιατική | θερμάστρα | θερμάστρες |
| Κλητική | θερμάστρα | θερμάστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →