θερμοκρασία
•
- φυσικήτο φυσικό μέγεθος που εκφράζει το πόσο κρύο ή ζεστό είναι ένα σώμα και μετριέται με ένα θερμόμετρο σε διάφορες κλίμακες (Κελσίου, Φαρενάιτ ή Κέλβιν)· από φυσική άποψη, το μέτρο της θερμοκρασίας εκφράζει τη μέση κινητική ενέργεια των μορίων του σώματος αυτού: υψηλότερη κινητική ενέργεια των μορίων δίνει ως αποτέλεσμα υψηλότερες μετρήσεις στο θερμόμετρο, ενώ το σώμα αυτό γίνεται υποκειμενικά αντιληπτό ως θερμότερο από ένα άλλο με χαμηλότερη κινητική ενέργεια των μορίων του Βικιλεξικό
- με τον όρο αυτό μπορεί να εννοούνται ειδικότερα:
- μεταφορικάη κινητικότητα ή/και η ένταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θερμοκρασία μαρτυρείται από το 1812 στον Κ. Κούμα με την νεώτερη σημασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θερμοκρασία (δείτε εκεί για περαιτέρω ετυμολογία) :: Η σημασία «θερμότητα του ατμοσφαιρικού αέρα» απόδοση για τη λατινική temperatura :: Διαφορετική σημασίας η μεσαιωνική ελληνική θερμοκρασία (ανάμειξη θερμών ποτών)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμοκρασία | θερμοκρασίες |
| Γενική | θερμοκρασίας | θερμοκρασιών |
| Αιτιατική | θερμοκρασία | θερμοκρασίες |
| Κλητική | θερμοκρασία | θερμοκρασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →