θερμοκρασιακός
•
- που έχει σχέση με τη θερμοκρασία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Οι μεγαλύτερες θετικές θερμοκρασιακές αποκλίσεις (> 3 ˚C) εντοπίζονται κυρίως σε τμήματα της Βόρειας Αμερικής και του Βορείου Ατλαντικού, ενώ σημαντικές θετικές αποκλίσεις (> 2 ˚C) εντοπίζονται και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, τα βόρεια και ανατολικά τμήματα της Ασίας και τοπικά σε τμήματα της Βόρειας Αφρικής. (www.efsyn.gr, 10.10.2023)
Ετυμολογία
θερμοκρασιακός < θερμοκρασία + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμοκρασιακός | θερμοκρασιακή | θερμοκρασιακό |
| Γενική | θερμοκρασιακού | θερμοκρασιακής | θερμοκρασιακού |
| Αιτιατική | θερμοκρασιακό | θερμοκρασιακή | θερμοκρασιακό |
| Κλητική | θερμοκρασιακέ | θερμοκρασιακή | θερμοκρασιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θερμοκρασιακοί | θερμοκρασιακές | θερμοκρασιακά |
| Γενική | θερμοκρασιακών | θερμοκρασιακών | θερμοκρασιακών |
| Αιτιατική | θερμοκρασιακούς | θερμοκρασιακές | θερμοκρασιακά |
| Κλητική | θερμοκρασιακοί | θερμοκρασιακές | θερμοκρασιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →