Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θερμομαγνητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον θερμομαγνητισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ηλεκτρολογίαπου αφορά θερμικά και μαγνητικά στοιχεία (προστασίας) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θερμομαγνητικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική thermomagnetic < αρχαία ελληνική θερμός + Μαγνητικός < Μάγνης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερμομαγνητικόςθερμομαγνητικήθερμομαγνητικό
Γενικήθερμομαγνητικούθερμομαγνητικήςθερμομαγνητικού
Αιτιατικήθερμομαγνητικόθερμομαγνητικήθερμομαγνητικό
Κλητικήθερμομαγνητικέθερμομαγνητικήθερμομαγνητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθερμομαγνητικοίθερμομαγνητικέςθερμομαγνητικά
Γενικήθερμομαγνητικώνθερμομαγνητικώνθερμομαγνητικών
Αιτιατικήθερμομαγνητικούςθερμομαγνητικέςθερμομαγνητικά
Κλητικήθερμομαγνητικοίθερμομαγνητικέςθερμομαγνητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →