θερμομετρώ
•
- μετρώ τη θερμοκρασία (από κάποιον ή κάτι) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θερμομετρώ < θερμόμετρο + μετρώ < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική thermomètre < αρχαία ελληνική θερμός + μέτρον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θερμομετρώ | θερμομετρείς | θερμομετρεί | θερμομετρούμε | θερμομετρείτε | θερμομετρούν / θερμομετρούνε |
| Παρατατικός | θερμομετρούσα | θερμομετρούσες | θερμομετρούσε | θερμομετρούσαμε | θερμομετρούσατε | θερμομετρούσαν / θερμομετρούσανε |
| Αόριστος | θερμομέτρησα | θερμομέτρησες | θερμομέτρησε | θερμομετρήσαμε | θερμομετρήσατε | θερμομέτρησαν / θερμομετρήσαν / θερμομετρήσανε |
| Μέλλοντας | θα θερμομετρήσω / θα θερμομετρώ | θα θερμομετρήσεις / θα θερμομετρείς | θα θερμομετρήσει / θα θερμομετρεί | θα θερμομετρήσουμε / θα θερμομετρούμε | θα θερμομετρήσετε / θα θερμομετρείτε | θα θερμομετρήσουν / θα θερμομετρήσουνε / θα θερμομετρούν / θα θερμομετρούνε |
| Παρακείμενος | έχω θερμομετρήσει | έχεις θερμομετρήσει | έχει θερμομετρήσει | έχουμε θερμομετρήσει | έχετε θερμομετρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θερμομετρήσει | είχες θερμομετρήσει | είχε θερμομετρήσει | είχαμε θερμομετρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θερμομετρήσει / να θερμομετρήσω / να θερμομετρώ | να έχεις θερμομετρήσει / να θερμομετρήσεις / να θερμομετρείς | να έχει θερμομετρήσει / να θερμομετρήσει / να θερμομετρεί | να έχουμε θερμομετρήσει / να θερμομετρήσουμε / να θερμομετρούμε | να έχετε θερμομετρήσει / να θερμομετρήσετε / να θερμομετρείτε | να θερμομετρήσουν / να θερμομετρήσουνε / να θερμομετρούν / να θερμομετρούνε |
| Προστακτική | — | θερμομέτρει / θερμομέτρησε | — | — | θερμομετρήστε / θερμομετρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →