Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεσμίζω

ρήμα
•
  1. λόγιοδημιουργώ θεσμούς Βικιλεξικό
    • Αυτή τη φιλοσοφική διάσταση συμπληρώνει η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας με την κοινωνιολογική-ψυχαναλυτική ανάλυση για το πώς θεσμίζεται ιστορικώς το άτομο, για το πώς συμβαίνει ο εκ-κοινωνισμός της ψυχής, που αφορούν την ατομική φαντασία. (*)

Ετυμολογία

θεσμίζω < θεσμός + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςθεσμίζωθεσμίζειςθεσμίζειθεσμίζουμεθεσμίζετεθεσμίζουν / θεσμίζουνε
Παρατατικόςθέσμιζαθέσμιζεςθέσμιζεθεσμίζαμεθεσμίζατεθέσμιζαν / θεσμίζαν / θεσμίζανε
Αόριστοςθέσμισαθέσμισεςθέσμισεθεσμίσαμεθεσμίσατεθέσμισαν / θεσμίσαν / θεσμίσανε
Μέλλονταςθα θεσμίζω / θα θεσμίσωθα θεσμίζεις / θα θεσμίσειςθα θεσμίζει / θα θεσμίσειθα θεσμίζουμε / θα θεσμίσουμεθα θεσμίζετε / θα θεσμίσετεθα θεσμίζουν / θα θεσμίζουνε / θα θεσμίσουν / θα θεσμίσουνε
Παρακείμενοςέχω θεσμίσειέχεις θεσμίσειέχει θεσμίσειέχουμε θεσμίσειέχετε θεσμίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα θεσμίσειείχες θεσμίσειείχε θεσμίσειείχαμε θεσμίσει——
Υποτακτικήνα έχω θεσμίσει / να θεσμίζω / να θεσμίσωνα έχεις θεσμίσει / να θεσμίζεις / να θεσμίσειςνα έχει θεσμίσει / να θεσμίζει / να θεσμίσεινα έχουμε θεσμίσει / να θεσμίζουμε / να θεσμίσουμενα έχετε θεσμίσει / να θεσμίζετε / να θεσμίσετενα θεσμίζουν / να θεσμίζουνε / να θεσμίσουν / να θεσμίσουνε
Προστακτική—θέσμιζε / θέσμισε——θεσμίζετε / θεσμίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →