Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεσπίζω

ρήμα
•
  1. καθιερώνω με νόμο ή κανονισμό Βικιλεξικό
    • Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3118/93 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, θεσπίστηκε για να ρυθμίσει τις ενδομεταφορές (καμποτάζ), δηλαδή την παροχή υπηρεσιών οδικών εμπορευματικών μεταφορών εντός της επικράτειας κράτους μέλους από μεταφορέα που είναι εγκατεστημένος σε έτερο κράτος μέλος. (*)

Ετυμολογία

θεσπίζω < αρχαία ελληνική θεσπίζω (προφητεύω, λέω θεϊκά λόγια) < θέσπις < θεός + ἔσπον / εἶπον (σημασιολογικό δάνειο από τη λατινική sancio)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςθεσπίζωθεσπίζειςθεσπίζειθεσπίζουμεθεσπίζετεθεσπίζουν / θεσπίζουνε
Παρατατικόςθέσπιζαθέσπιζεςθέσπιζεθεσπίζαμεθεσπίζατεθέσπιζαν / θεσπίζαν / θεσπίζανε
Αόριστοςθέσπισαθέσπισεςθέσπισεθεσπίσαμεθεσπίσατεθέσπισαν / θεσπίσαν / θεσπίσανε
Μέλλονταςθα θεσπίζω / θα θεσπίσωθα θεσπίζεις / θα θεσπίσειςθα θεσπίζει / θα θεσπίσειθα θεσπίζουμε / θα θεσπίσουμεθα θεσπίζετε / θα θεσπίσετεθα θεσπίζουν / θα θεσπίζουνε / θα θεσπίσουν / θα θεσπίσουνε
Παρακείμενοςέχω θεσπίσειέχεις θεσπίσειέχει θεσπίσειέχουμε θεσπίσειέχετε θεσπίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα θεσπίσειείχες θεσπίσειείχε θεσπίσειείχαμε θεσπίσει——
Υποτακτικήνα έχω θεσπίσει / να θεσπίζω / να θεσπίσωνα έχεις θεσπίσει / να θεσπίζεις / να θεσπίσειςνα έχει θεσπίσει / να θεσπίζει / να θεσπίσεινα έχουμε θεσπίσει / να θεσπίζουμε / να θεσπίσουμενα έχετε θεσπίσει / να θεσπίζετε / να θεσπίσετενα θεσπίζουν / να θεσπίζουνε / να θεσπίσουν / να θεσπίσουνε
Προστακτική—θέσπιζε / θέσπισε——θεσπίζετε / θεσπίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →