Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεωρητικός

/θe.o.ɾi.tiˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που ασχολείται με τη θεωρία μιας επιστήμης ή τέχνης, που τη μελετά (τη φιλοσοφία της, τις αρχές της κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. που πρωτοδημιούργησε μια θεωρία, άποψη ή πρακτική ή / και την μελετά και στηρίζει Βικιλεξικό
    • θεωρητικός του μαρξισμού

Ετυμολογία

θεωρητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θεωρητικός < θεωρέω / θεωρῶ (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική théoricien & από την αγγλική theoretician)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

θεωρητικός

/θe.o.ɾi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη θεωρία ή αναφέρεται σ’ αυτή, που δεν στηρίζεται στην πρακτική και την εμπειρία ή δεν τις προκρίνει, αλλά στη σκέψη και περιδιάβαση του νου Βικιλεξικό
  2. που αφορά την αφηρημένη προσέγγιση μιας επιστήμης (ή τέχνης) με τη σκέψη και τη θεωρία κι όχι με την πράξη Βικιλεξικό
  3. που δεν εδράζεται στην πραγματικότητα αλλά σε υποθέσεις Βικιλεξικό
  4. παρωχημένοόμορφος και επιβλητικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θεωρητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θεωρητικός < θεωρέω / θεωρῶ (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική théorétique & από την αγγλική theoretical)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθεωρητικόςθεωρητική / θεωρητικιάθεωρητικό
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →