θεωρώ
•
- πιστεύω, νομίζω, κρίνω Βικιλεξικό
- όποιος δεν θεωρεί χρήσιμα τα μαθήματα αυτά μπορεί να απουσιάσει αλλά η γνώμη μου είναι ότι πρέπει όλοι να έρθουν
- εξετάζω, παρατηρώ μια κατάσταση Βικιλεξικό
- ειδικότεραπροσκομίζω ένα έγγραφο σε μια δημόσια αρχή όπου ελέγχουν την εγκυρότητα και την ισχύ του, για πάντα ή για περιορισμένο χρονικό διάστημα, και τοποθετούν ειδική σήμανση (θεώρηση) επάνω του Βικιλεξικό
- πρέπει να θεωρήσετε όλες τις υπεύθυνες δηλώσεις για το γνήσιο της υπογραφής σε κάποιο ΚΕΠ ή Αστυνομικό Τμήμα
- ειδικότεραελέγχω και επικυρώνω, ως αρμόδιος, την εγκυρότητα και την ισχύ ενός εγγράφου, για πάντα ή για περιορισμένο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
- δεν μπορώ να θεωρήσω το βιβλιάριο υγείας σας, για το έτος 2011, γιατί δεν έχετε συμπληρώσει τα απαραίτητα ένσημα
- εξετάζω κείμενο και το διορθώνω Βικιλεξικό
- ο επιμελητής της έκδοσης θεωρεί τα χειρόγραφα
Ετυμολογία
θεωρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θεωρῶ, συνηρημένος τύπος του θεωρέω < θεωρός :* ελέγχω και επικυρώνω < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική viser :* ελέγχω κείμενο για διόρθωση < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική réviser
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θεωρώ | θεωρείς | θεωρεί | θεωρούμε | θεωρείτε | θεωρούνε / θεωρούν |
| Παρατατικός | θεωρούσα | θεωρούσες | θεωρούσε | θεωρούσαμε | θεωρούσατε | θεωρούσαν / θεωρούσανε |
| Αόριστος | θεώρησα | θεώρησες | θεώρησε | θεωρήσαμε | θεωρήσατε | θεωρήσαν / θεωρήσανε / θεώρησαν |
| Μέλλοντας | θα θεωρώ / θα θεωρήσω | θα θεωρήσεις / θα θεωρείς | θα θεωρήσει / θα θεωρεί | θα θεωρήσουμε / θα θεωρούμε | θα θεωρήσετε / θα θεωρείτε | θα θεωρούνε / θα θεωρήσουν / θα θεωρήσουνε / θα θεωρούν |
| Παρακείμενος | έχω θεωρήσει | έχεις θεωρήσει | έχει θεωρήσει | έχουμε θεωρήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θεωρήσει | είχες θεωρήσει | είχε θεωρήσει | είχαμε θεωρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να θεωρώ / να έχω θεωρήσει / να θεωρήσω | να έχεις θεωρήσει / να θεωρήσεις / να θεωρείς | να έχει θεωρήσει / να θεωρήσει / να θεωρεί | να έχουμε θεωρήσει / να θεωρήσουμε / να θεωρούμε | να θεωρήσετε / να θεωρείτε | να θεωρούνε / να θεωρήσουν / να θεωρήσουνε / να θεωρούν |
| Προστακτική | — | θεώρησε | — | — | θεωρήστε / θεωρείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
θεωρήθηκαθεωρούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →