Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θεωρώ

/θe.oˈɾo/ρήμα
•
  1. πιστεύω, νομίζω, κρίνω Βικιλεξικό
    • όποιος δεν θεωρεί χρήσιμα τα μαθήματα αυτά μπορεί να απουσιάσει αλλά η γνώμη μου είναι ότι πρέπει όλοι να έρθουν
  2. εξετάζω, παρατηρώ μια κατάσταση Βικιλεξικό
  3. ειδικότεραπροσκομίζω ένα έγγραφο σε μια δημόσια αρχή όπου ελέγχουν την εγκυρότητα και την ισχύ του, για πάντα ή για περιορισμένο χρονικό διάστημα, και τοποθετούν ειδική σήμανση (θεώρηση) επάνω του Βικιλεξικό
    • πρέπει να θεωρήσετε όλες τις υπεύθυνες δηλώσεις για το γνήσιο της υπογραφής σε κάποιο ΚΕΠ ή Αστυνομικό Τμήμα
  4. ειδικότεραελέγχω και επικυρώνω, ως αρμόδιος, την εγκυρότητα και την ισχύ ενός εγγράφου, για πάντα ή για περιορισμένο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
    • δεν μπορώ να θεωρήσω το βιβλιάριο υγείας σας, για το έτος 2011, γιατί δεν έχετε συμπληρώσει τα απαραίτητα ένσημα
  5. εξετάζω κείμενο και το διορθώνω Βικιλεξικό
    • ο επιμελητής της έκδοσης θεωρεί τα χειρόγραφα

Ετυμολογία

θεωρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θεωρῶ, συνηρημένος τύπος του θεωρέω < θεωρός :* ελέγχω και επικυρώνω < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική viser :* ελέγχω κείμενο για διόρθωση < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική réviser

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςθεωρώθεωρείςθεωρείθεωρούμεθεωρείτεθεωρούνε / θεωρούν
Παρατατικόςθεωρούσαθεωρούσεςθεωρούσεθεωρούσαμεθεωρούσατεθεωρούσαν / θεωρούσανε
Αόριστοςθεώρησαθεώρησεςθεώρησεθεωρήσαμεθεωρήσατεθεωρήσαν / θεωρήσανε / θεώρησαν
Μέλλονταςθα θεωρώ / θα θεωρήσωθα θεωρήσεις / θα θεωρείςθα θεωρήσει / θα θεωρείθα θεωρήσουμε / θα θεωρούμεθα θεωρήσετε / θα θεωρείτεθα θεωρούνε / θα θεωρήσουν / θα θεωρήσουνε / θα θεωρούν
Παρακείμενοςέχω θεωρήσειέχεις θεωρήσειέχει θεωρήσειέχουμε θεωρήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα θεωρήσειείχες θεωρήσειείχε θεωρήσειείχαμε θεωρήσει——
Υποτακτικήνα θεωρώ / να έχω θεωρήσει / να θεωρήσωνα έχεις θεωρήσει / να θεωρήσεις / να θεωρείςνα έχει θεωρήσει / να θεωρήσει / να θεωρείνα έχουμε θεωρήσει / να θεωρήσουμε / να θεωρούμενα θεωρήσετε / να θεωρείτενα θεωρούνε / να θεωρήσουν / να θεωρήσουνε / να θεωρούν
Προστακτική—θεώρησε——θεωρήστε / θεωρείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

θεωρήθηκαθεωρούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →