θηκιάζω
•
- τοποθετώ σε θήκες, συγκεντρώνω, αποθηκεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηκιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θηκιάζω < θήκ(η) + -ιάζω < αρχαία ελληνική θήκη < τίθημι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θηκιάζω | θηκιάζεις | θηκιάζει | θηκιάζουμε | θηκιάζετε | θηκιάζουν / θηκιάζουνε |
| Παρατατικός | θήκιαζα | θήκιαζες | θήκιαζε | θηκιάζαμε | θηκιάζατε | θήκιαζαν / θηκιάζαν / θηκιάζανε |
| Αόριστος | θήκιασα | θήκιασες | θήκιασε | θηκιάσαμε | θηκιάσατε | θήκιασαν / θηκιάσαν / θηκιάσανε |
| Μέλλοντας | θα θηκιάζω / θα θηκιάσω | θα θηκιάζεις / θα θηκιάσεις | θα θηκιάζει / θα θηκιάσει | θα θηκιάζουμε / θα θηκιάσουμε | θα θηκιάζετε / θα θηκιάσετε | θα θηκιάζουν / θα θηκιάζουνε / θα θηκιάσουν / θα θηκιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θηκιάσει | έχεις θηκιάσει | έχει θηκιάσει | έχουμε θηκιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θηκιάσει | είχες θηκιάσει | είχε θηκιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θηκιάσει / να θηκιάζω / να θηκιάσω | να έχεις θηκιάσει / να θηκιάζεις / να θηκιάσεις | να έχει θηκιάσει / να θηκιάζει / να θηκιάσει | να έχουμε θηκιάσει / να θηκιάζουμε / να θηκιάσουμε | να θηκιάζετε / να θηκιάσετε | να θηκιάζουν / να θηκιάζουνε / να θηκιάσουν / να θηκιάσουνε |
| Προστακτική | — | θήκιαζε / θήκιασε | — | — | θηκιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
θηκιάστηκαθηκιάζομαιθηκιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →