Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θηλυγονία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιογέννηση θηλυκών απογόνων Βικιλεξικό
    • Οι άλλοι Κομνηνοί στη Λακωνική και Κορσική προέρχονται από θηλυγονία και διέδιδαν επίτηδες ότι κατάγονταν από κάποιο γιο του Δαβίδ Β' Νικηφόρου που είναι άγνωστος στην ιστορία (Αρχείον Θράκης, τόμος 32-33, Εταιρεία Θρακικών Μελετών, 1966, σελ. 375)

Ετυμολογία

θηλυγονία < αρχαία ελληνική θηλυγονία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθηλυγονίαθηλυγονίες
Γενικήθηλυγονίαςθηλυγονιών
Αιτιατικήθηλυγονίαθηλυγονίες
Κλητικήθηλυγονίαθηλυγονίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →