θηλυκώνω
•
- μεταβατικόταιριάζω, τοποθετώ ένα αντικείμενο μέσα σε εσοχή άλλου Βικιλεξικό
- θηλυκώνω τα κουμπιά του υποκάμισου
- αμετάβατοταιριάζω, έχω ακριβώς το σχήμα που χρειάζεται για να θηλυκώσω σε άλλο αντικείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηλυκώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θηλυκώνω | θηλυκώνεις | θηλυκώνει | θηλυκώνουμε | θηλυκώνετε | θηλυκώνουν / θηλυκώνουνε |
| Παρατατικός | θηλύκωνα | θηλύκωνες | θηλύκωνε | θηλυκώναμε | θηλυκώνατε | θηλυκώναν / θηλυκώνανε / θηλύκωναν |
| Αόριστος | θηλύκωσα | θηλύκωσες | θηλύκωσε | θηλυκώσαμε | θηλυκώσατε | θηλυκώσαν / θηλυκώσανε / θηλύκωσαν |
| Μέλλοντας | θα θηλυκώνω / θα θηλυκώσω | θα θηλυκώνεις / θα θηλυκώσεις | θα θηλυκώνει / θα θηλυκώσει | θα θηλυκώνουμε / θα θηλυκώσουμε | θα θηλυκώνετε / θα θηλυκώσετε | θα θηλυκώνουν / θα θηλυκώνουνε / θα θηλυκώσουν / θα θηλυκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θηλυκώσει | έχεις θηλυκώσει | έχει θηλυκώσει | έχουμε θηλυκώσει | έχετε θηλυκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θηλυκώσει | είχες θηλυκώσει | είχε θηλυκώσει | είχαμε θηλυκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θηλυκώσει / να θηλυκώνω / να θηλυκώσω | να έχεις θηλυκώσει / να θηλυκώνεις / να θηλυκώσεις | να έχει θηλυκώσει / να θηλυκώνει / να θηλυκώσει | να έχουμε θηλυκώσει / να θηλυκώνουμε / να θηλυκώσουμε | να έχετε θηλυκώσει / να θηλυκώνετε / να θηλυκώσετε | να θηλυκώνουν / να θηλυκώνουνε / να θηλυκώσουν / να θηλυκώσουνε |
| Προστακτική | — | θηλύκωνε / θηλύκωσε | — | — | θηλυκώνετε / θηλυκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →