ξεθηλυκώνω
•
- ανοίγω κάτι, συχνά ρούχο, βγάζοντας ένα κουμπί από το θηλύκι του, ή ανοίγοντας έναν παρόμοιο μηχανισμό Βικιλεξικό
- Έσκυψε και ξεθηλύκωσε τα κουμπιά στην πλάτη του φορέματός της (Κώστας Βουλαζέρης, Δαίμονες του Παρόντος, εκδ. Φανταστικός Ορίζοντας, σελ. 638)
- Αυτή με κλειστούς πάντοτε οφθαλμούς ξεθηλύκωσε τον κορσέν της (Ν. Ι. Σπανδόνης, Η Αθήνα μας, Σκηναί εκ του Αθηναϊκού Βίου, 1893)
Ετυμολογία
ξεθηλυκώνω < ξε- + θηλυκώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεθηλυκώνω | ξεθηλυκώνεις | ξεθηλυκώνει | ξεθηλυκώνουμε | ξεθηλυκώνετε | ξεθηλυκώνουν / ξεθηλυκώνουνε |
| Παρατατικός | ξεθηλύκωνα | ξεθηλύκωνες | ξεθηλύκωνε | ξεθηλυκώναμε | ξεθηλυκώνατε | ξεθηλυκώναν / ξεθηλυκώνανε / ξεθηλύκωναν |
| Αόριστος | ξεθηλύκωσα | ξεθηλύκωσες | ξεθηλύκωσε | ξεθηλυκώσαμε | ξεθηλυκώσατε | ξεθηλυκώσαν / ξεθηλυκώσανε / ξεθηλύκωσαν |
| Μέλλοντας | θα ξεθηλυκώνω / θα ξεθηλυκώσω | θα ξεθηλυκώνεις / θα ξεθηλυκώσεις | θα ξεθηλυκώνει / θα ξεθηλυκώσει | θα ξεθηλυκώνουμε / θα ξεθηλυκώσουμε | θα ξεθηλυκώνετε / θα ξεθηλυκώσετε | θα ξεθηλυκώνουν / θα ξεθηλυκώνουνε / θα ξεθηλυκώσουν / θα ξεθηλυκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεθηλυκώσει | έχεις ξεθηλυκώσει | έχει ξεθηλυκώσει | έχουμε ξεθηλυκώσει | έχετε ξεθηλυκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεθηλυκώσει | είχες ξεθηλυκώσει | είχε ξεθηλυκώσει | είχαμε ξεθηλυκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεθηλυκώσει / να ξεθηλυκώνω / να ξεθηλυκώσω | να έχεις ξεθηλυκώσει / να ξεθηλυκώνεις / να ξεθηλυκώσεις | να έχει ξεθηλυκώσει / να ξεθηλυκώνει / να ξεθηλυκώσει | να έχουμε ξεθηλυκώσει / να ξεθηλυκώνουμε / να ξεθηλυκώσουμε | να έχετε ξεθηλυκώσει / να ξεθηλυκώνετε / να ξεθηλυκώσετε | να ξεθηλυκώνουν / να ξεθηλυκώνουνε / να ξεθηλυκώσουν / να ξεθηλυκώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεθηλύκωνε / ξεθηλύκωσε | — | — | ξεθηλυκώνετε / ξεθηλυκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →