θημωνιάζω
•
- σχηματίζω θημωνιές με τα σιτηρά (ή τα χόρτα) που έχω θερίσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θημωνιάζω < μεσαιωνική ελληνική θημωνιάζω < θημωνιά + -άζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική θημών < τίθημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰédʰeh₁- < *dʰeh₁-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θημωνιάζω | θημωνιάζεις | θημωνιάζει | θημωνιάζουμε | θημωνιάζετε | θημωνιάζουν / θημωνιάζουνε |
| Παρατατικός | θημώνιαζα | θημώνιαζες | θημώνιαζε | θημωνιάζαμε | θημωνιάζατε | θημωνιάζαν / θημωνιάζανε / θημώνιαζαν |
| Αόριστος | θημώνιασα | θημώνιασες | θημώνιασε | θημωνιάσαμε | θημωνιάσατε | θημωνιάσαν / θημωνιάσανε / θημώνιασαν |
| Μέλλοντας | θα θημωνιάζω / θα θημωνιάσω | θα θημωνιάζεις / θα θημωνιάσεις | θα θημωνιάζει / θα θημωνιάσει | θα θημωνιάζουμε / θα θημωνιάσουμε | θα θημωνιάζετε / θα θημωνιάσετε | θα θημωνιάζουν / θα θημωνιάζουνε / θα θημωνιάσουν / θα θημωνιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω θημωνιάσει | έχεις θημωνιάσει | έχει θημωνιάσει | έχουμε θημωνιάσει | έχετε θημωνιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θημωνιάσει | είχες θημωνιάσει | είχε θημωνιάσει | είχαμε θημωνιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θημωνιάσει / να θημωνιάζω / να θημωνιάσω | να έχεις θημωνιάσει / να θημωνιάζεις / να θημωνιάσεις | να έχει θημωνιάσει / να θημωνιάζει / να θημωνιάσει | να έχουμε θημωνιάσει / να θημωνιάζουμε / να θημωνιάσουμε | να έχετε θημωνιάσει / να θημωνιάζετε / να θημωνιάσετε | να θημωνιάζουν / να θημωνιάζουνε / να θημωνιάσουν / να θημωνιάσουνε |
| Προστακτική | — | θημώνιαζε / θημώνιασε | — | — | θημωνιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
θημωνιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →