θηριομάχος
•
- που μάχεται με τα θηρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηριομάχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θηριομάχος. Μορφολογικά αναλύεται σε θηρί(ο) + -ο- + -μάχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θηριομάχος | θηριομάχοι |
| Γενική | θηριομάχου | θηριομάχων |
| Αιτιατική | θηριομάχο | θηριομάχους |
| Κλητική | θηριομάχε | θηριομάχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →