Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θηριομαχώ

/θi.ɾi.o.maˈxo/ρήμα
•
  1. μάχομαι / πολεμώ με τα θηρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θηριομαχώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θηριομαχῶ (θηριομαχέω) < θηριομάχος. Συγχρονικά αναλύεται σε θηρί(ο) + -ο- + -μαχώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςθηριομαχώθηριομαχείςθηριομαχείθηριομαχούμεθηριομαχείτεθηριομαχούν / θηριομαχούνε
Παρατατικόςθηριομαχούσαθηριομαχούσεςθηριομαχούσεθηριομαχούσαμεθηριομαχούσατεθηριομαχούσαν / θηριομαχούσανε
Αόριστοςθηριομάχησαθηριομάχησεςθηριομάχησεθηριομαχήσαμεθηριομαχήσατεθηριομάχησαν / θηριομαχήσαν / θηριομαχήσανε
Μέλλονταςθα θηριομαχήσω / θα θηριομαχώθα θηριομαχήσεις / θα θηριομαχείςθα θηριομαχήσει / θα θηριομαχείθα θηριομαχήσουμε / θα θηριομαχούμεθα θηριομαχήσετε / θα θηριομαχείτεθα θηριομαχήσουν / θα θηριομαχήσουνε / θα θηριομαχούν / θα θηριομαχούνε
Παρακείμενοςέχω θηριομαχήσειέχεις θηριομαχήσειέχει θηριομαχήσειέχουμε θηριομαχήσειέχετε θηριομαχήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα θηριομαχήσειείχες θηριομαχήσειείχε θηριομαχήσειείχαμε θηριομαχήσειείχατε θηριομαχήσει—
Υποτακτικήνα έχω θηριομαχήσει / να θηριομαχήσω / να θηριομαχώνα έχεις θηριομαχήσει / να θηριομαχήσεις / να θηριομαχείςνα έχει θηριομαχήσει / να θηριομαχήσει / να θηριομαχείνα έχουμε θηριομαχήσει / να θηριομαχήσουμε / να θηριομαχούμενα έχετε θηριομαχήσει / να θηριομαχήσετε / να θηριομαχείτενα θηριομαχήσουν / να θηριομαχήσουνε / να θηριομαχούν / να θηριομαχούνε
Προστακτική—θηριομάχησε——θηριομαχήστε / θηριομαχείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →