θηριομαχώ
•
- μάχομαι / πολεμώ με τα θηρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηριομαχώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θηριομαχῶ (θηριομαχέω) < θηριομάχος. Συγχρονικά αναλύεται σε θηρί(ο) + -ο- + -μαχώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θηριομαχώ | θηριομαχείς | θηριομαχεί | θηριομαχούμε | θηριομαχείτε | θηριομαχούν / θηριομαχούνε |
| Παρατατικός | θηριομαχούσα | θηριομαχούσες | θηριομαχούσε | θηριομαχούσαμε | θηριομαχούσατε | θηριομαχούσαν / θηριομαχούσανε |
| Αόριστος | θηριομάχησα | θηριομάχησες | θηριομάχησε | θηριομαχήσαμε | θηριομαχήσατε | θηριομάχησαν / θηριομαχήσαν / θηριομαχήσανε |
| Μέλλοντας | θα θηριομαχήσω / θα θηριομαχώ | θα θηριομαχήσεις / θα θηριομαχείς | θα θηριομαχήσει / θα θηριομαχεί | θα θηριομαχήσουμε / θα θηριομαχούμε | θα θηριομαχήσετε / θα θηριομαχείτε | θα θηριομαχήσουν / θα θηριομαχήσουνε / θα θηριομαχούν / θα θηριομαχούνε |
| Παρακείμενος | έχω θηριομαχήσει | έχεις θηριομαχήσει | έχει θηριομαχήσει | έχουμε θηριομαχήσει | έχετε θηριομαχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θηριομαχήσει | είχες θηριομαχήσει | είχε θηριομαχήσει | είχαμε θηριομαχήσει | είχατε θηριομαχήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω θηριομαχήσει / να θηριομαχήσω / να θηριομαχώ | να έχεις θηριομαχήσει / να θηριομαχήσεις / να θηριομαχείς | να έχει θηριομαχήσει / να θηριομαχήσει / να θηριομαχεί | να έχουμε θηριομαχήσει / να θηριομαχήσουμε / να θηριομαχούμε | να έχετε θηριομαχήσει / να θηριομαχήσετε / να θηριομαχείτε | να θηριομαχήσουν / να θηριομαχήσουνε / να θηριομαχούν / να θηριομαχούνε |
| Προστακτική | — | θηριομάχησε | — | — | θηριομαχήστε / θηριομαχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →