θηρίο
•
- άγριο ζώο, μεγαλόσωμο Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαρακτηρισμός: Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαρακτηρισμός: Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαρακτηρισμός: Βικιλεξικό
- θηρίο ανήμερο
- μεταφορικάχαρακτηρισμός: Βικιλεξικό
- με κεφαλαίοτο Θηρίο, παλιά γραμμή τρένου που ... (Χρειάζεται επεξεργασία) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θηρίο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θηρί(ον) + ο-. Συγκρίνετε με το θεριό. → δείτε και τη λέξη θήρα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θηρίο | θηρία |
| Γενική | θηρίου | θηρίων |
| Αιτιατική | θηρίο | θηρία |
| Κλητική | θηρίο | θηρία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →