Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θηρίο

/θiˈɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άγριο ζώο, μεγαλόσωμο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάχαρακτηρισμός: Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάχαρακτηρισμός: Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάχαρακτηρισμός: Βικιλεξικό
    • θηρίο ανήμερο
  5. μεταφορικάχαρακτηρισμός: Βικιλεξικό
  6. με κεφαλαίοτο Θηρίο, παλιά γραμμή τρένου που ... (Χρειάζεται επεξεργασία) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θηρίο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θηρί(ον) + ο-. Συγκρίνετε με το θεριό. → δείτε και τη λέξη θήρα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθηρίοθηρία
Γενικήθηρίουθηρίων
Αιτιατικήθηρίοθηρία
Κλητικήθηρίοθηρία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →