Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θησαυρίζω

/θi.saˈvɾi.zo/ρήμα
•
  1. αμετάβατογίνομαι πλούσιος Βικιλεξικό
    • Τον πλούτο υπόπτου προελεύσεως, την τρυφηλή ζωή, όλους εκείνους του ρεπεσκέδες ... οι οποίοι επί χρόνια και ζαμάνια θησαύριζαν στύβοντας την πατρίδα και παρίσταναν από πάνω και την αριστοκρατία (Χρήστος Χωμενίδης, Ξέρει η πάπια πού είναι η λίμνη, εκδ. Πατάκης, 2024)
  2. σπάνιο μεταβατικόμαζεύω, συγκεντρώνω κάτι που θεωρείται πολύτιμο ή χρήσιμο Βικιλεξικό
    • Μην έχοντας δημιουργήσει δική του οικογένεια, άφησε πεθαίνοντας το σύνολο της περιουσίας που τόσα χρόνια θησαύριζε σε εμάς, τα ανίψια του, τα παιδιά των ευεργετών-αδελφών του (Απόστολος Δοξιάδης (1992) Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ [μυθιστόρημα])

Ετυμολογία

θησαυρίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θησαυρίζω < θησαυρός

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςθησαυρίζωθησαυρίζειςθησαυρίζειθησαυρίζουμεθησαυρίζετεθησαυρίζουν / θησαυρίζουνε
Παρατατικόςθησαύριζαθησαύριζεςθησαύριζεθησαυρίζαμεθησαυρίζατεθησαυρίζαν / θησαυρίζανε / θησαύριζαν
Αόριστοςθησαύρισαθησαύρισεςθησαύρισεθησαυρίσαμεθησαυρίσατεθησαυρίσαν / θησαυρίσανε / θησαύρισαν
Μέλλονταςθα θησαυρίζω / θα θησαυρίσωθα θησαυρίζεις / θα θησαυρίσειςθα θησαυρίζει / θα θησαυρίσειθα θησαυρίζουμε / θα θησαυρίσουμεθα θησαυρίζετε / θα θησαυρίσετεθα θησαυρίζουν / θα θησαυρίζουνε / θα θησαυρίσουν / θα θησαυρίσουνε
Παρακείμενοςέχω θησαυρίσειέχεις θησαυρίσειέχει θησαυρίσειέχουμε θησαυρίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα θησαυρίσειείχες θησαυρίσειείχε θησαυρίσει———
Υποτακτικήνα έχω θησαυρίσει / να θησαυρίζω / να θησαυρίσωνα έχεις θησαυρίσει / να θησαυρίζεις / να θησαυρίσειςνα έχει θησαυρίσει / να θησαυρίζει / να θησαυρίσεινα έχουμε θησαυρίσει / να θησαυρίζουμε / να θησαυρίσουμενα θησαυρίζετε / να θησαυρίσετενα θησαυρίζουν / να θησαυρίζουνε / να θησαυρίσουν / να θησαυρίσουνε
Προστακτική—θησαύριζε / θησαύρισε——θησαυρίζετε / θησαυρίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

θησαυρίστηκαθησαυρίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →