θιασώτης
•
- οπαδός, θαυμαστής, λάτρης Βικιλεξικό
- είναι θιασώτης της ποίησης και της λογοτεχνίας
Ετυμολογία
θιασώτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θιασώτης. Συγχρονικά αναλύεται σε θίασ(ος) + -ώτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θιασώτης | θιασώτες |
| Γενική | θιασώτη | θιασωτών |
| Αιτιατική | θιασώτη | θιασώτες |
| Κλητική | θιασώτη | θιασώτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →