θίασος
•
- θέατροομάδα ηθοποιών ή άλλων καλλιτεχνών που παρουσιάζουν ένα θεατρικό έργο ή άλλο θέαμα Βικιλεξικό
- στην αρχαιότηταομάδα πιστών του θεού Διονύσου Βικιλεξικό
- Σὰν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεῖ ἀόρατος θίασος νὰ περνᾶ μὲ μουσικὲς ἐξαίσιες, μὲ φωνές—
Ετυμολογία
θίασος < αρχαία ελληνική θίασος (βακχική, θρησκευτική ομάδα), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική troupe
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θίασος | θίασοι |
| Γενική | θίασου / θιάσου | θιάσων |
| Αιτιατική | θίασο | θιάσους |
| Κλητική | θίασε | θίασοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →