Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θίασος

/ˈθi.a.sos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θέατροομάδα ηθοποιών ή άλλων καλλιτεχνών που παρουσιάζουν ένα θεατρικό έργο ή άλλο θέαμα Βικιλεξικό
  2. στην αρχαιότηταομάδα πιστών του θεού Διονύσου Βικιλεξικό
    • Σὰν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεῖ ἀόρατος θίασος νὰ περνᾶ μὲ μουσικὲς ἐξαίσιες, μὲ φωνές—

Ετυμολογία

θίασος < αρχαία ελληνική θίασος (βακχική, θρησκευτική ομάδα), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική troupe

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθίασοςθίασοι
Γενικήθίασου / θιάσουθιάσων
Αιτιατικήθίασοθιάσους
Κλητικήθίασεθίασοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →