Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θολοσκεπής

/θo.lo.sceˈpis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι σκεπασμένος από θόλο Βικιλεξικό
    • Στη νότια πλευρά της μονής βρίσκεται θολοσκεπής χώρος που μπορεί να ταυτιστεί με θυρωρείο

Ετυμολογία

θολοσκεπής < θόλ(ος) + -ο- + -σκεπής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθολοσκεπήςθολοσκεπήςθολοσκεπές
Γενικήθολοσκεπούςθολοσκεπούςθολοσκεπούς
Αιτιατικήθολοσκεπήθολοσκεπήθολοσκεπές
Κλητικήθολοσκεπή / θολοσκεπήςθολοσκεπήςθολοσκεπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθολοσκεπείςθολοσκεπείςθολοσκεπή
Γενικήθολοσκεπώνθολοσκεπώνθολοσκεπών
Αιτιατικήθολοσκεπείςθολοσκεπείςθολοσκεπή
Κλητικήθολοσκεπείςθολοσκεπείςθολοσκεπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →