θολώνω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι θολό, μειώνω την ευκρίνεια της εικόνας του Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι θολός, η εικόνα μου δεν έχει ικανοποιητική ευκρίνεια Βικιλεξικό
- η εικόνα στην τηλεόραση θολώνει, η συσκευή χρειάζεται μάλλον επισκευή
- μεταβατικόκάνω ένα διάλυμα να χάσει τη διαύγειά του Βικιλεξικό
- αμετάβατοχάνω τη διαύγειά μου εξαιτίας προσμείξεων Βικιλεξικό
- μεταβατικόστερώ την πνευματική διαύγεια Βικιλεξικό
- αυτό το περιστατικό μου θόλωσε το μυαλό
- αμετάβατοχάνω την πνευματική μου διαύγεια από κούραση ή έντονα συναισθήματα Βικιλεξικό
- θόλωσε το μυαλό μου από το θυμό και δεν ήξερα τι έκανα
Ετυμολογία
θολώνω < αρχαία ελληνική θολόω-θολῶ
Άλλοι τύποι
θολωμένοςθολώσωθόλωναθόλωσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →