θόλος
•
- αρχιτεκτονικήκατασκευή με καμπύλο σχήμα για την κάλυψη ενός χώρου Βικιλεξικό
- κάτι που έχει σχήμα που μοιάζει με θόλο Βικιλεξικό
- ανατομίαονομασία διαφόρων κοιλοτήτων σε όργανα ή μέρη του σώματος, όπως το στομάχι, το κρανίο (θόλος εγκεφαλικού κρανίου), η μήτρα Βικιλεξικό
- αρχαιολογίααρχαίος τύπος κυκλικού κτηρίου με κωνική στέγη Βικιλεξικό
- η Θόλος της Επιδαύρου
- το Πρυτανείο της αρχαίας Αθήνας στεγαζόταν σ'ένα κυκλικό κτήριο της Αγοράς, τη Θόλο
Ετυμολογία
θόλος < κληρονομημένο από την ελληνιστική κοινή θόλος (αρσενικό) < αρχαία ελληνική θόλος (θηλυκό) Δε σχετίζεται με το επίθετο θολός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θόλος | θόλοι |
| Γενική | θόλου | θόλων |
| Αιτιατική | θόλο | θόλους |
| Κλητική | θόλε | θόλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →