θρασεύω
•
- λαϊκότροπομεγαλώνω, φουντώνω, αναπτύσσομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θρασεύω < αρχαία ελληνική θράσος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θρασεύω | θρασεύεις | θρασεύει | θρασεύουμε | θρασεύετε | θρασεύουν / θρασεύουνε |
| Παρατατικός | θράσευα | θράσευες | θράσευε | θρασεύαμε | θρασεύατε | θράσευαν / θρασεύαν / θρασεύανε |
| Αόριστος | θράσεψα | θράσεψες | θράσεψε | θρασέψαμε | θρασέψατε | θράσεψαν / θρασέψαν / θρασέψανε |
| Μέλλοντας | θα θρασέψω / θα θρασεύω | θα θρασέψεις / θα θρασεύεις | θα θρασέψει / θα θρασεύει | θα θρασέψουμε / θα θρασεύουμε | θα θρασέψετε / θα θρασεύετε | θα θρασέψουν / θα θρασέψουνε / θα θρασεύουν / θα θρασεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω θρασέψει | έχεις θρασέψει | έχει θρασέψει | έχουμε θρασέψει | έχετε θρασέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θρασέψει | είχες θρασέψει | είχε θρασέψει | είχαμε θρασέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θρασέψει / να θρασέψω / να θρασεύω | να έχεις θρασέψει / να θρασέψεις / να θρασεύεις | να έχει θρασέψει / να θρασέψει / να θρασεύει | να έχουμε θρασέψει / να θρασέψουμε / να θρασεύουμε | να έχετε θρασέψει / να θρασέψετε / να θρασεύετε | να θρασέψουν / να θρασέψουνε / να θρασεύουν / να θρασεύουνε |
| Προστακτική | — | θράσευε / θράσεψε | — | — | θρασέψτε / θρασεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →