θράσος
•
- η αρνητική μορφή θάρρους για επιδίωξη στόχων με προσωπικό όφελος, ύπουλα και αθέμιτα μέσα. Συχνά προσβάλλει και αδικεί. Βικιλεξικό
- Δεν φτάνει που με εξαπάτησες, έχεις και το θράσος να μου ζητάς και τα ρέστα!
Ετυμολογία
θράσος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θράσος / θάρρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰers- < *dʰer- (υποστηρίζω, κρατώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θράσος | — |
| Γενική | θράσους | — |
| Αιτιατική | θράσος | — |
| Κλητική | θράσος | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →