θραυσμένος
•
- που τον έχουν θραύσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θραυσμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος θραύω
Άλλοι τύποι
θραυσμέναθραυσμένεθραυσμένεςθραυσμένηθραυσμένηςθραυσμένοθραυσμένοιθραυσμένοςθραυσμένουθραυσμένουςθραυσμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →