Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θρεπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβάλλει στη θρέψη, που περιέχει άφθονα στοιχεία για τη θρέψη Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασησχετικός με τη θρέψη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θρεπτικός < αρχαία ελληνική θρεπτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθρεπτικόςθρεπτικήθρεπτικό
Γενικήθρεπτικούθρεπτικήςθρεπτικού
Αιτιατικήθρεπτικόθρεπτικήθρεπτικό
Κλητικήθρεπτικέθρεπτικήθρεπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήθρεπτικοίθρεπτικέςθρεπτικά
Γενικήθρεπτικώνθρεπτικώνθρεπτικών
Αιτιατικήθρεπτικούςθρεπτικέςθρεπτικά
Κλητικήθρεπτικοίθρεπτικέςθρεπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →