Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θρησκευόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. ο πιστός μιας θρησκείας ο οποίος ασκεί συστηματικά όσα νοούνται ως καθήκοντα σε αυτήν (π.χ. εκκλησιάζεται, μεταλαμβάνει κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θρησκευόμενος < θρησκεύομαι < αρχαία ελληνικήθρησκεύω

Άλλοι τύποι

θρησκευόμεναθρησκευόμενεθρησκευόμενεςθρησκευόμενηθρησκευόμενηςθρησκευόμενοθρησκευόμενοιθρησκευόμενοςθρησκευόμενουθρησκευόμενουςθρησκευόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →