θρησκοληψία
•
- το να είναι κάποιος θρησκόληπτος, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του θρησκόληπτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θρησκοληψία < θρησκόληπτος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θρησκοληψία | θρησκοληψίες |
| Γενική | θρησκοληψίας | θρησκοληψιών |
| Αιτιατική | θρησκοληψία | θρησκοληψίες |
| Κλητική | θρησκοληψία | θρησκοληψίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →