Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θροΐζω

/θɾoˈi.zo/ρήμα
•
  1. παράγω ασθενικό και συνεχή, μόλις αισθητό ήχο, σαν κι αυτόν που προκαλεί ο αέρας όταν περνά μέσα από τα φύλλα των δέντρων Βικιλεξικό
    • Ο κορυδαλλός, ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου από το βιβλίο Με λογισμό και μʼ όνειρο, Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων, Ε' & ΣΤ' Δημοτικού, ※ @ebooks.edu.gr

Ετυμολογία

θροΐζω < μεσαιωνική ελληνική θροΐζομαι με μεταπλασμό στην ενεργητική φωνή < αρχαία ελληνική θροέω / θροῶ < θρόος + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςθροΐζωθροΐζειςθροΐζειθροΐζουμεθροΐζετεθροΐζουν / θροΐζουνε
Παρατατικόςθρόιζαθρόιζεςθρόιζεθροΐζαμεθροΐζατεθροΐζαν / θροΐζανε / θρόιζαν
Αόριστοςθρόισαθρόισεςθρόισεθροΐσαμεθροΐσατεθροΐσαν / θροΐσανε / θρόισαν
Μέλλονταςθα θροΐζω / θα θροΐσωθα θροΐζεις / θα θροΐσειςθα θροΐζει / θα θροΐσειθα θροΐζουμε / θα θροΐσουμεθα θροΐζετε / θα θροΐσετεθα θροΐζουν / θα θροΐζουνε / θα θροΐσουν / θα θροΐσουνε
Παρακείμενοςέχω θροΐσειέχεις θροΐσειέχει θροΐσειέχουμε θροΐσειέχετε θροΐσει—
Υπερσυντέλικοςείχα θροΐσειείχες θροΐσειείχε θροΐσειείχαμε θροΐσει——
Υποτακτικήνα έχω θροΐσει / να θροΐζω / να θροΐσωνα έχεις θροΐσει / να θροΐζεις / να θροΐσειςνα έχει θροΐσει / να θροΐζει / να θροΐσεινα έχουμε θροΐσει / να θροΐζουμε / να θροΐσουμενα έχετε θροΐσει / να θροΐζετε / να θροΐσετενα θροΐζουν / να θροΐζουνε / να θροΐσουν / να θροΐσουνε
Προστακτική—θρόιζε / θρόισε——θροΐζετε / θροΐστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →