σουσουρίζω
•
- σπάνιοθροΐζω Βικιλεξικό
- Η Ιζαμπώ είχε αφήσει το χέρι της αδερφής της κι ανέβαινε πρώτη, σηκώνοντας με τα δυο δάχτυλα το φαρδύ φουστάνι της, που σουσούριζε.
Ετυμολογία
σουσουρίζω < σούσουρ(ο) + -ίζω. Δεν συνδέεται με το σουρίζω, συρίζω (< σῦριγξ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σουσουρίζω | σουσουρίζεις | σουσουρίζει | σουσουρίζουμε | σουσουρίζετε | σουσουρίζουν / σουσουρίζουνε |
| Παρατατικός | σουσούριζα | σουσούριζες | σουσούριζε | σουσουρίζαμε | σουσουρίζατε | σουσουρίζαν / σουσουρίζανε / σουσούριζαν |
| Αόριστος | σουσούρισα | σουσούρισες | σουσούρισε | σουσουρίσαμε | σουσουρίσατε | σουσουρίσαν / σουσουρίσανε / σουσούρισαν |
| Μέλλοντας | θα σουσουρίζω / θα σουσουρίσω | θα σουσουρίζεις / θα σουσουρίσεις | θα σουσουρίζει / θα σουσουρίσει | θα σουσουρίζουμε / θα σουσουρίσουμε | θα σουσουρίζετε / θα σουσουρίσετε | θα σουσουρίζουν / θα σουσουρίζουνε / θα σουσουρίσουν / θα σουσουρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σουσουρίσει | έχεις σουσουρίσει | έχει σουσουρίσει | έχουμε σουσουρίσει | έχετε σουσουρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σουσουρίσει | είχες σουσουρίσει | είχε σουσουρίσει | είχαμε σουσουρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σουσουρίσει / να σουσουρίζω / να σουσουρίσω | να έχεις σουσουρίσει / να σουσουρίζεις / να σουσουρίσεις | να έχει σουσουρίσει / να σουσουρίζει / να σουσουρίσει | να έχουμε σουσουρίσει / να σουσουρίζουμε / να σουσουρίσουμε | να έχετε σουσουρίσει / να σουσουρίζετε / να σουσουρίσετε | να σουσουρίζουν / να σουσουρίζουνε / να σουσουρίσουν / να σουσουρίσουνε |
| Προστακτική | — | σουσούριζε / σουσούρισε | — | — | σουσουρίζετε / σουσουρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →