θρόνος
•
- το πολυτελές κάθισμα πάνω στο οποίο κάθεται ένας μονάρχης και αποτελεί ένα από τα σύμβολα της εξουσίας του Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο βασιλικό αξίωμα Βικιλεξικό
- ο διάδοχος του θρόνου
- Σωτήρας του αγγλικού θρόνου ο πρίγκιπας Oυίλιαμ; (Τίτλος άρθρου της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6 Ιανουαρίου 2010)
- κατ’ επέκτασηάλλο ανώτατο αξίωμα Βικιλεξικό
- ο Οικουμενικός Θρόνος (το αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη)
- Επί Πατριαρχίας Αθηναγόρα, η Σύνοδος του Οικουμενικού Θρόνου ενέταξε επτά Αγίους στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταξύ των οποίων ήταν αναγνωρισμένες προσωπικότητες όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Άγιος Νεκτάριος.
Ετυμολογία
θρόνος < αρχαία ελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θρόνος | θρόνοι |
| Γενική | θρόνου | θρόνων |
| Αιτιατική | θρόνο | θρόνους |
| Κλητική | θρόνε | θρόνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →