θυμάρι
•
- φυτόαρωματικός θάμνος του είδους Thymus vulgaris· τα ξεραμένα φύλλα και άνθη του χρησιμοποιούνται ως μπαχαρικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θυμάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *θυμάριον < ελληνιστική κοινή θύμος / θύμον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θυμάρι | θυμάρια |
| Γενική | θυμαριού | θυμαριών |
| Αιτιατική | θυμάρι | θυμάρια |
| Κλητική | θυμάρι | θυμάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →