Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θυμικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η συναισθηματική αιτιότητα-αφετηρία της θέλησης Βικιλεξικό
  2. το μέρος της ψυχής που περικλείει το συναίσθημα και τη βούληση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θυμικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου θυμικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθυμικόθυμικά
Γενικήθυμικούθυμικών
Αιτιατικήθυμικόθυμικά
Κλητικήθυμικόθυμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →