θυμικό
•
- η συναισθηματική αιτιότητα-αφετηρία της θέλησης Βικιλεξικό
- το μέρος της ψυχής που περικλείει το συναίσθημα και τη βούληση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θυμικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου θυμικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θυμικό | θυμικά |
| Γενική | θυμικού | θυμικών |
| Αιτιατική | θυμικό | θυμικά |
| Κλητική | θυμικό | θυμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →