Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θυννείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εργαλείοπαλαιότερο επαγγελματικό σύστημα αλιείας με μόνιμη παράκτια εγκατάσταση που λειτουργεί ως ιχθυοπαγίδα (παρόμοια με ιχθυοτροφείο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θυννείο < θύννος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήθυννείοθυννεία
Γενικήθυννείουθυννείων
Αιτιατικήθυννείοθυννεία
Κλητικήθυννείοθυννεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →