νταλιάνι
•
- ναυτικός όροςιχθυοπαγίδα, λαβυρινθοειδής παγίδα ψαρέματος Βικιλεξικό
- Μου αρέσει πια και μένα να μιλάω για τα νταλιάνια που δεν υπάρχουν πια, για τον πατέρα μου που μου έλεγε ότι το νταλιάνι είναι ένα είδος παγίδας που στήνεται με τα δίχτυα για να πιάνονται τα ψάρια, για τα καΐκια που πηγαίνανε γιαλό γιαλό και πουλούσανε φρούτα, για τις πλαζ του Βοσπόρου όπου πηγαίναμε με τη μητέρα μας, […]
- στρατιωτικός όροςείδος παλιού κοντού εμπροσθογεμούς ντουφεκιού Βικιλεξικό
- [δημοτικό τραγούδι, Ο Δελιγιώργης]
- Χίλιαις φοραῖς τὸ αἷμά μου τὴ γῆ νὰ κοκκινήσῃ, Παρὰ νὰ δώσω τʼ ἅρματα, τὸ ἔρμο μου νταλιάνι.
Ετυμολογία
νταλιάνι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική طالیان (όπως και στα τουρκικά dalyan ή talyan) < ίσως μεσαιωνική ελληνική *t'aliani τ' ἁλιάνι ή *τ' ἁλιάνειον που θεωρήθηκε μία λέξη < ἁλιαν(ή) (αλιευτική τέχνη) + -ειον < θέμα του ρήματος ἁλιεύω (ψαρεύω). Έχει θεωρηθεί αντιδάνειο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νταλιάνι | νταλιάνια |
| Γενική | νταλιανιού | νταλιανιών |
| Αιτιατική | νταλιάνι | νταλιάνια |
| Κλητική | νταλιάνι | νταλιάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →