θύρωμα
•
- αρχιτεκτονικήπλαίσιο φτιαγμένο από μάρμαρο, πέτρα, ξύλο ή άλλα υλικά γύρω από το περίγραμμα μιας θύρας (ή παράθυρου) Βικιλεξικό
- το προσωρινό άνοιγμα σε τοίχο, στο οποίο εντοιχίζονται οι πόρτες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θύρωμα < αρχαία ελληνική θύρωμα < θυρόω < θύρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θύρωμα | θυρώματα |
| Γενική | θυρώματος | θυρωμάτων |
| Αιτιατική | θύρωμα | θυρώματα |
| Κλητική | θύρωμα | θυρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →