Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιγνυακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την ιγνύα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιγνυακός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιγνυακόςιγνυακήιγνυακό
Γενικήιγνυακούιγνυακήςιγνυακού
Αιτιατικήιγνυακόιγνυακήιγνυακό
Κλητικήιγνυακέιγνυακήιγνυακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιγνυακοίιγνυακέςιγνυακά
Γενικήιγνυακώνιγνυακώνιγνυακών
Αιτιατικήιγνυακούςιγνυακέςιγνυακά
Κλητικήιγνυακοίιγνυακέςιγνυακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →