ιγνύα
•
- ανατομίακοιλότητα με σχήμα ρόμβου που βρίσκεται στο πίσω μέρος του γονάτου Βικιλεξικό
- Τινάζεται με το χάδι στην ιγνύα.
Ετυμολογία
ιγνύα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἰγνύα. Ο τύπος ἰγνύς είναι υστερογενής.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιγνύα | ιγνύες |
| Γενική | ιγνύας | ιγνυών |
| Αιτιατική | ιγνύα | ιγνύες |
| Κλητική | ιγνύα | ιγνύες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →