ιδεάζομαι
•
- λόγιοαντιλαμβάνομαι τη γενική ιδέα ενός πράγματος, μιας κατάστασης κ.λπ., περνά απ’ το μυαλό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδεάζομαι < παθητική φωνή του ρήματος ιδεάζω
Άλλοι τύποι
ιδεάζωιδεάστηκαιδεασμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →