μυρίζομαι
•
- αντιλαμβάνομαι κάτι με την όσφρηση Βικιλεξικό
- Το λιοντάρι μυρίστηκε το κοπάδι και ξύπνησε.
- μεταφορικάαντιλαμβάνομαι γενικώς, κάτι κρυφό, μυστικό ή όχι προφανές Βικιλεξικό
- Οι κλέφτες μπήκαν και βγήκαν, χωρίς να τους μυριστούν.
- κατ' επέκτασηυποψιάζομαι Βικιλεξικό
- Το είχα μυριστεί εγώ, πως κάτι δεν πήγαινε καλά στην υπόθεση.
Ετυμολογία
μυρίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος μυρίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →