ιδεασμός
•
- ψυχολογίαο σχηματισμός έμμονων ιδεών και σκέψεων που (συνήθως) κατατρύχουν κάποιο άτομο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδεασμός < ιδεάζω + -μός < ιδέα ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ideation < ideate < idea < λατινικά idea < αρχαία ελληνική ἰδέα < εἴδω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδεασμός | ιδεασμοί |
| Γενική | ιδεασμού | ιδεασμών |
| Αιτιατική | ιδεασμό | ιδεασμούς |
| Κλητική | ιδεασμέ | ιδεασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →