ιδεατός
•
- που υπάρχει μόνο ως ιδέα, μέσα στο μυαλό μας Βικιλεξικό
- Αυτό, πιστεύουμε, είναι μια βασική διαφορά και επιβεβαιώνει τις υποψίες μας για ωραιοποίηση των ποικίλων καταστάσεων που βιώνει το παιδί. Αυτή βέβαια η ωραιοποίηση δεν είναι χωρίς κινδύνους, εφόσον δημιουργεί μια επίπλαστη και ιδεατή εικόνα για τον κόσμο στον οποίο ζούμε. (Γεώργιος Δ. Παπαντωνάκης, Κώδικες και αφηγηματικά προγράμματα σε κείμενα της παιδικής λογοτεχνίας, εκδ. Πατάκη, 1999, σελ. 33)
- ιδανικός, ιδεώδης Βικιλεξικό
- Το ιδεατό σωματικό βάρος ή ιδανική σωματική κατατομή, αποτελεί μία κοινωνική κατασκευή η οποία αλλάζει από εποχή σε εποχή.
Ετυμολογία
ιδεατός < ιδέα + -τός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική idéal)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδεατός | ιδεατή | ιδεατό |
| Γενική | ιδεατού | ιδεατής | ιδεατού |
| Αιτιατική | ιδεατό | ιδεατή | ιδεατό |
| Κλητική | ιδεατέ | ιδεατή | ιδεατό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδεατοί | ιδεατές | ιδεατά |
| Γενική | ιδεατών | ιδεατών | ιδεατών |
| Αιτιατική | ιδεατούς | ιδεατές | ιδεατά |
| Κλητική | ιδεατοί | ιδεατές | ιδεατά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →