Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδεολογικός

/i.ðe.o.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στην ή εμπεριέχει μια ιδεολογία Βικιλεξικό
    • ο αλυτρωτικός εθνικισμός, που αποτέλεσε τον πυλώνα του ιδεολογικού εποικοδομήματος και τον γνώμονα χάραξης της εξωτερικής πολιτικής των βαλκανικών χωρών κατά τον «μακρό» 19ο αιώνα, έπαυσε να κατευθύνει τις επιλογές των ιθυνόντων και των αστών διανοουμένων των κρατών της Βαλκανικής στον Μεσοπόλεμο (Σπυρίδων Πλουμίδης, Έδαφος και μνήμη στα Βαλκάνια: Ο «γεωργικός εθνικισμός» στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία (1927-1946), εκδ. Πατάκης, 2013)
    • Το έλλειμμα οικουμενικότητας της νεωτερικής ατομοκεντρικής παράδοσης τορπιλίζει την ιδεολογική της ηγεμονία επί των λοιπών παραδόσεων. (Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα του 21ου αιώνα : εισηγήσεις συνεδρίου, Ταξιδευτές, 2006, σελ. 112)

Ετυμολογία

ιδεολογικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική idéologique (ιδεολογ(ία) + -ικός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδεολογικόςιδεολογικήιδεολογικό
Γενικήιδεολογικούιδεολογικήςιδεολογικού
Αιτιατικήιδεολογικόιδεολογικήιδεολογικό
Κλητικήιδεολογικέιδεολογικήιδεολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδεολογικοίιδεολογικέςιδεολογικά
Γενικήιδεολογικώνιδεολογικώνιδεολογικών
Αιτιατικήιδεολογικούςιδεολογικέςιδεολογικά
Κλητικήιδεολογικοίιδεολογικέςιδεολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →