ιδιοτυπία
•
- η ιδιαίτερη μορφή, η ιδιομορφία, η διαφορετικότητα, η μοναδικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδιοτυπία (μαρτυρείται από το 1849)< από το επίθετο ιδιότυπος < ελληνιστικό ἰδιότυπος < ἴδιος (προσωπικός, ιδιαίτερος) + τύπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδιοτυπία | ιδιοτυπίες |
| Γενική | ιδιοτυπίας | ιδιοτυπιών |
| Αιτιατική | ιδιοτυπία | ιδιοτυπίες |
| Κλητική | ιδιοτυπία | ιδιοτυπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →