ιδιότυπος
•
- που έχει ιδιαίτερο τύπο, ιδιαίτερη μορφή, ο ιδιόμορφος, ο διαφορετικός, ο μοναδικός Βικιλεξικό
- οι συντεχνίες αποτελούσαν , κατά τη βυζαντινή περίοδο, ένα ιδιότυπο συνδικάτο, τα μέλη του οποίου δεν ήταν οι εργάτες, αλλά οι ανεξάρτητοι παραγωγοί
- Βασικά γνωρίσματα της καβαφικής ποίησης είναι η πεζολογία, η ιδιότυπη γλώσσα και η χρήση συμβόλων ... η πεζολογία επαληθεύεται από τον ανισοσύλλαβο και ανομοιοκατάληκτο στίχο (Ομάδα φιλολόγων της Ώθησης, Νεοελληνική λογοτεχνία, απαντήσεις, Εθνικές εξετάσεις 2012 https://www.othisi.gr/frontistirio/wp-content/uploads/2022/10/neoelliniki-logotechnia-theo-2012.pdf)
Ετυμολογία
ιδιότυπος < από το ελληνιστικό ἰδιότυπος < ἴδιος (προσωπικός, ιδιαίτερος) + τύπος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδιότυπος | ιδιότυπη | ιδιότυπο |
| Γενική | ιδιότυπου | ιδιότυπης | ιδιότυπου |
| Αιτιατική | ιδιότυπο | ιδιότυπη | ιδιότυπο |
| Κλητική | ιδιότυπε | ιδιότυπη | ιδιότυπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδιότυποι | ιδιότυπες | ιδιότυπα |
| Γενική | ιδιότυπων | ιδιότυπων | ιδιότυπων |
| Αιτιατική | ιδιότυπους | ιδιότυπες | ιδιότυπα |
| Κλητική | ιδιότυποι | ιδιότυπες | ιδιότυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →