Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδιωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με έναν ιδιώτη, ένα άτομο ως ξεχωριστή προσωπικότητα και όχι ως μέλος ενός συνόλου Βικιλεξικό
    • ιδιωτική ζωή
  2. που ανήκει σε και διευθύνεται από έναν ιδιώτη επιχειρηματία και όχι από το δημόσιο Βικιλεξικό
    • ιδιωτικό σχολείο
    • Επί του παρόντος στο Λονδίνο υπάρχουν δυο τέτοια σχολεία το ιδιωτικό «Ελληνικό Κολέγιο» στην αριστοκρατικότατη περιοχή του Κnightsbridge (εδώ φοιτούν παιδιά με κάποια, οπωσδήποτε, οικονομική άνεση), και το «Ελληνικό Σχολείο» της Ελληνικής Πρεσβείας. (Χάρης Μεττής, Το Πνεύμα των Θυατείρων Η τριακονταετής υπηρεσία του χαρισματικού Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας κ. Γρηγορίου, εκδ. Ακακία, 2018)

Ετυμολογία

ιδιωτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰδιωτικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική privé

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιωτικόςιδιωτικήιδιωτικό
Γενικήιδιωτικούιδιωτικήςιδιωτικού
Αιτιατικήιδιωτικόιδιωτικήιδιωτικό
Κλητικήιδιωτικέιδιωτικήιδιωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιωτικοίιδιωτικέςιδιωτικά
Γενικήιδιωτικώνιδιωτικώνιδιωτικών
Αιτιατικήιδιωτικούςιδιωτικέςιδιωτικά
Κλητικήιδιωτικοίιδιωτικέςιδιωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →