Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδιωφελής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι ωφέλιμος μόνο για τον εαυτό του, που αποφέρει ατομική ωφέλεια Βικιλεξικό
  2. συμφεροντολόγος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιδιωφελής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἰδιωφελής < ἰδι(o) + -ωφελής < ὀφελής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιωφελήςιδιωφελήςιδιωφελές
Γενικήιδιωφελούςιδιωφελούςιδιωφελούς
Αιτιατικήιδιωφελήιδιωφελήιδιωφελές
Κλητικήιδιωφελή / ιδιωφελήςιδιωφελήςιδιωφελές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιωφελείςιδιωφελείςιδιωφελή
Γενικήιδιωφελώνιδιωφελώνιδιωφελών
Αιτιατικήιδιωφελείςιδιωφελείςιδιωφελή
Κλητικήιδιωφελείςιδιωφελείςιδιωφελή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →