ιδρυτής
•
- αυτός που ιδρύει ή ίδρυσε κάτι ή συνέβαλε στην ίδρυσή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδρυτής (μαρτυρείται από το 1867)< ιδρύ(ω) + -τής (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fondateur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιδρυτής | ιδρυτές |
| Γενική | ιδρυτή | ιδρυτών |
| Αιτιατική | ιδρυτή | ιδρυτές |
| Κλητική | ιδρυτή | ιδρυτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →