Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδρυτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ίδρυση ή τον ιδρυτή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιδρυτικός (μαρτυρείται από το 1803)< ιδρυτής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδρυτικόςιδρυτικήιδρυτικό
Γενικήιδρυτικούιδρυτικήςιδρυτικού
Αιτιατικήιδρυτικόιδρυτικήιδρυτικό
Κλητικήιδρυτικέιδρυτικήιδρυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδρυτικοίιδρυτικέςιδρυτικά
Γενικήιδρυτικώνιδρυτικώνιδρυτικών
Αιτιατικήιδρυτικούςιδρυτικέςιδρυτικά
Κλητικήιδρυτικοίιδρυτικέςιδρυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →